Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Μερόνυχτα

Μερόνυχτα
με χάνω και με βρίσκω,
σε καμβάδες ζωντανούς και γρίφους άλυτους.
Μερόνυχτα
σε χάνω και σε βρίσκω,
στου μυαλού μου τις βαθιές ρωγμές.
Μέρα και νύχτα
ψάχνω να βρώ,
σε έννοιες ουτοπικές,τη σωτηρία.
Μέρα και νύχτα
μας θρηνώ,
η πλάτη σου βαριά χτυπά το βλέμμα μου.
Μερόνυχτα
ζητώ ούτε τη μέρα,ούτε τη νύχτα,
να μη ξεχνώ,να μη θυμάμαι.
Μερόνυχτα
ματώνει η λογική,
και η παράνοια αρμενίζει ανενόχλητη.
Μερόνυχτα
προσμένω τα όνειρά μας.
Μέρα και νύχτα
ώσπου να βρώ μια πατρίδα.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Τρικλίζων βήματα

Βήμα μπροστά
Βήμα πίσω
περνούν οι μέρες μας
να κοιτάμε το τώρα μέσα από πρίσμα νοσταλγίας.
Μόνοι μέσα στους πολλούς.
Κατακλισμένοι από αυτισμό και συμπάθεια.
Μοναχικοί εράστες της κατάθλιψης.
Επιλέγοντας τη ζάλη για συνοδηπόρο.
Ο φίλος που μας ναρκώνει,
μας δίνει την παραλογία μας για φαγήτο,
και μεις γουστάρουμε και την καταπίνουμε αμάσιτη,
και μαζί της,οι ιδέες μας αμάσιτες,
τα αισθήματά μας αμάσιτα,
οι επικοινωνίες μας το ίδιο αμάσιτες.
Προτιμούμε να μη γευτούμε τις δυσοίωνες πράξεις των καιρών.
Δειλά και τρομαγμένα όντα,
οι εποχές δεν πρόλαβαν να μας πληγώσουν.
Πήραμε το μαχαίρια μόνοι μας και κατάπιαμε αντιβιωτικά και παυσίπονα.
Τα σημάδια που βλέπετε τα κάναμε οι αυτόχειρες.
Οι εποχές δε μας άγγιξαν.
Πνιγμένοι από το κρασί βήχουμε ξερνώντας κομμάτια της αχώνευτης ζωής μας.
Ξεχασμένα κεφάλαια της κυρτωμένης μας ύπαρξης,
μας χτυπάνε το κεφάλι σαν γκονγκ και μεις ουρλιάζουμε,
και παίρνουμε χάπια,χάπια άγνοιας,χάπια καθησυχασμού και ύπνωσης,
ώστε να μην αντικρίσουμε πότε την εποχή.
Αυτή που μας πλήγωσε πιο πολύ απο κάθε αυτοκτονία.

Πτώση απο το τίποτα

Ερωτεύτηκα κάποιον άλλο μέσα στις πτύχες σου.
Κάποιο με ευαισθησίες που αγγίζουν και τα άστρα.
Κάποιον που έβαζε στεφάνι την αγάπη πάνω στον ήλιο.
Αυτό τον κάποιο της φαντασίας,
που καμία σχέση δεν έχει με το πτώμα της πραγματικότητας.
Ω πονώ,
αυτός δε φταίει που υπήρξε,
μα το σκότωσε ο στρατηγός κάποιο βράδι.
Αγάπησα ένα κουφάρι και το φύλαγα πετράδι.
Ένοιωσα την αγάπη να αναβλίζει απέραντη,
για ένα μισοτελειωμένο ουίσκι με εκλεπτισμένο άρωμα.
Αγάπησα ένα τίποτα στο χάος.
Τυφλή εξ' αμελείας.
Και έχασα τα πάντα σαν ξύπνησα.
Ήταν απότομη η πτώση,
παρατηρητής δίχως πνοή.
Και πιο πολύ λυπάμαι για τον εκφυλισμό του έρωτα.
Τι θα πει.
Νομίζω πως ξέχασα το νόημα.
Ας σηκώσει κάποιος το χέρι του να μου πει.
Κανείς.
Όλοι γυρνούν την πλάτη,κοιτάζοντάς με στα μάτια.
Μου απάντησαν με ειλικρίνια.
Κανείς δε μπορεί να εξηγήσει τα ανείπωτα.
Και να ξέρεις του λέω,
καμιά φορά συγκεντωνόμαστε τόσο πολύ στο τίποτα,
που γίνεται κάτι.
Και αυτό το κάτι γίνεται πελώριο.
Γίνεται η ζωή, η ανάσα μας, οι φόβοι και οι πόνοι μας.
Μα πώς ξεχάσαμε κάτι.
Το τίποτα δεν εκτιμά.
Δεν επιστρέφει.
Το τίποτα είναι τίποτα και τίποτα θα παραμένει.
Ως που να γίνει κάτι.